καθίσταμαι


καθίσταμαι
med. устанавливаю себе, становлюсь, вступаю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "καθίσταμαι" в других словарях:

  • καθίσταμαι — καθίσταμαι, (κατέστη κατέστησαν) βλ. πίν. 159 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καθίσταμαι — καθίστημι set down pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθίσταμ' — καθίσταμαι , καθίστημι set down pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθιστώ — (AM καθίστημι, Α και καθιστάνω και καθιστῶ, άω) 1. ορίζω, διορίζω, τοποθετώ (α. «μέ κατέστησε υπεύθυνο για όσα συμβούν» β. «τόν κατέστησε κληρονόμο του» γ. «κατέστησε τύραννον εἶναι παῑδα τὸν ἑωυτοῡ», Ηρόδ.) 2. κάνω κάποιον να γίνει κάτι, να… …   Dictionary of Greek

  • αποβαίνω — (AM ἀποβαίνω) 1. καταλήγω, καταντῶ 2. καθίσταμαι, γίνομαι, αποδεικνύομαι αρχ. 1. αποβιβάζομαι 2. φεύγω, αναχωρῶ 3. (για πρόσωπα) καταντῶ, γίνομαι 4. (για ελπίδες) αποτυγχάνω, διαψεύδομαι 5. επιτυγχάνω 6. πραγματοποιοῡμαι, επαληθεύω 7. (μτβ.)… …   Dictionary of Greek

  • απολεπτύνω — ἀπολεπτύνω (Α) 1. (κυρίως για τον πυρετό) μειώνω, ελαττώνω 2. παθ. καθίσταμαι λεπτός, απισχνούμαι …   Dictionary of Greek

  • αποσαρκώνω — (AM ἀποσαρκοῡμαι, όομαι) αφαιρώ τις σάρκες νεοελλ. ( ομαι) απισχναίνομαι, αδυνατίζω αρχ. μσν. αποβάλλω τη σάρκα αρχ. 1. καθίσταμαι πυκνότερος ή σφιχτότερος 2. γίνομαι σάρκα, ενσαρκώνομαι …   Dictionary of Greek

  • αποχωλούμαι — ἀποχωλοῡμαι ( όομαι) (Α) καθίσταμαι εντελώς χωλός, αποκουτσαίνομαι …   Dictionary of Greek

  • αποψύχω — (AM ἀποψύχω) 1. ψύχω εντελώς, καθιστώ κάτι πολύ ψυχρό νεοελλ. 1. αφαιρώ την ψύξη, ξεπαγώνω 2. πεθαίνω μσν. νεοελλ. ( ομαι) αναπαύομαι, ξεκουράζομαι αρχ. 1. μου κόβεται η αναπνοή, λιποθυμώ 2. απρόσ. ἀποψύχει αρχίζει να ψυχραίνει ο καιρός 3. (… …   Dictionary of Greek

  • γίνομαι — (AM γίγνομαι και γίνομαι) 1. δημιουργούμαι, αποκτώ ζωή, υπόσταση 2. (για γεωργικά προϊόντα) παράγομαι 3. συμβαίνω, πραγματοποιούμαι 4. καθίσταμαι, αποβαίνω 5. είμαι, υπάρχω 6. (για αριθμητικά ποσά) προκύπτω, εξάγομαι από πράξεις ή υπολογισμό 7.… …   Dictionary of Greek

  • γλοιούμαι — γλοιοῦμαι ( όομαι) (Α) [γλοιός] γίνομαι γλοιώδης, καθίσταμαι κολλώδης …   Dictionary of Greek